κοκκινολαίμης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

ένας κοκκινολαίμης
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοκκινολαίμης κοκκινολαίμηδες
γενική κοκκινολαίμη κοκκινολαίμηδων
αιτιατική κοκκινολαίμη κοκκινολαίμηδες
κλητική κοκκινολαίμη κοκκινολαίμηδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κοκκινολαίμης < κόκκινος + λαιμός

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κοκκινολαίμης αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) είδος μικρού στρουθιόμορφου πτηνού, με χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώμα λαιμού

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες