κοκκινολαίμης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

ένας κοκκινολαίμης
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοκκινολαίμης κοκκινολαίμηδες
γενική κοκκινολαίμη κοκκινολαίμηδων
αιτιατική κοκκινολαίμη κοκκινολαίμηδες
κλητική κοκκινολαίμη κοκκινολαίμηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοκκινολαίμης < κόκκινος + λαιμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κοκκινολαίμης αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) είδος μικρού στρουθιόμορφου πτηνού, με χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώμα λαιμού

32πχ Μεταφράσεις[]