κολοβός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική κολοβός κολοβή κολοβό
γενική κολοβού κολοβής κολοβού
αιτιατική κολοβό κολοβή κολοβό
κλητική κολοβέ κολοβή κολοβό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κολοβοί κολοβές κολοβά
γενική κολοβών κολοβών κολοβών
αιτιατική κολοβούς κολοβές κολοβά
κλητική κολοβοί κολοβές κολοβά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κολοβός < αρχαία ελληνική κολοβός

Open book 01.svg Επίθετο[]

κολοβός, -ή, -ό

  1. (για ζώο) που του έχουν κόψει την ουρά
  2. (κατ’ επέκταση) που του λείπει ένα κομμάτι, κουτσουρεμένος, ανολοκλήρωτος


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κολοβός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

κολοβός

  1. ακρωτηριασμένος, κομμένος
  2. (για λόγο) ατελής