κολοσσός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κολοσσός | κολοσσοί |
| γενική | κολοσσού | κολοσσών |
| αιτιατική | κολοσσό | κολοσσούς |
| κλητική | κολοσσέ | κολοσσοί |
[
]
Ετυμολογία
- κολοσσός < αρχαία ελληνική κολοσσός , άγνωστης προέλευσης, πιθανόν δάνειο από γλώσσα του Αιγαίου ή της Μεσογείου. Ίσως συγγενικό του και το κολοφών.[1]
[
]
Ουσιαστικό
κολοσσός αρσενικό
- άγαλμα υπερφυσικών διαστάσεων
- ο Κολοσσός της Ρόδου
- (μεταφορικά) άνθρωπος πολύ μεγάλος, πολύ σημαντικός, ξεχωριστός στον τομέα του
- ένας κολοσσός της επιστήμης
[
]
- ↑ J. B. Hofmann, Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής, 1974, σελ. 177
[
]
Μεταφράσεις
κολοσσός