κολύμβηση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κολύμβηση | κολυμβήσεις |
| γενική | κολύμβησης | κολυμβήσεων |
| κολυμβήσεως | ||
| αιτιατική | κολύμβηση | κολυμβήσεις |
| κλητική | κολύμβηση | κολυμβήσεις |
[
]
Ετυμολογία
- κολύμβηση < αρχαία ελληνική κολυμβάω, -ῶ < κόλυμβος (=κολυμβητής)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /kɔ.ˈliɱ.vi.si/
[
]
Ουσιαστικό
κολύμβηση θηλυκό