κομμάτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κομμάτι κομμάτια
γενική κομματιού κομματιών
αιτιατική κομμάτι κομμάτια
κλητική κομμάτι κομμάτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομμάτι < κόπτω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.ˈma.ti/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομμάτι ουδέτερο

  1. τμήμα, μέρος ενός όλου
  2. τραγούδι ή μελωδία

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

κομμάτι ποσοτικό

κάτσε να ξαποστάσεις κομμάτι