κομοδίνο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κομοδίνο | κομοδίνα |
| γενική | κομοδίνου | κομοδίνων |
| αιτιατική | κομοδίνο | κομοδίνα |
| κλητική | κομοδίνο | κομοδίνα |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
κομοδίνο ουδέτερο
- μικρού μεγέθους έπιπλο με συρτάρια (ντουλαπάκι) που τοποθετείται στο υπνοδωμάτιο, δίπλα στο κρεβάτι
[
]
Μεταφράσεις
κομοδίνο