κομπογιαννίτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κομπογιαννίτης | κομπογιαννίτες |
| γενική | κομπογιαννίτη | κομπογιαννιτών |
| αιτιατική | κομπογιαννίτη | κομπογιαννίτες |
| κλητική | κομπογιαννίτη | κομπογιαννίτες |
[
]
Ετυμολογία
- κομπογιαννίτης < κομπ- (< κομπώνω: δένω με μάγια, εξαπατώ < ελληνιστική κοινή κομβόω: δένω) -ο- + γιαν- (< γιαίνω < αρχαία ελληνική ὑγιαίνω) + -ίτης
- κομπογιαννίτης < κομπώνω + γιαννίτης (< Ιωαννίτης). Πρόκειται για το παρατσούκλι που απέκτησαν, μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τους Τούρκους, οι περίφημοι εμπειρικοί γιατροί, που κατοικούσαν γύρω από τη χαράδρα του Βίκου, εξαιτίας των κόμβων - ριζών που χρησιμοποιούσαν για τις θεραπείες ή γιατί έδεναν τα βότανα στα μαντίλια τους σε σχήμα κόμπου
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κομπογιαννίτης αρσενικό και κομπογιανίτης
- ο πρακτικός κι εμπειρικός γιατρός
- αυτός που παριστάνει, με λίγες εμπειρικές γνώσεις, το γιατρό, χωρίς να έχει σπουδάσει
- άτομο που εξαπατά, παριστάνοντας ότι είναι ειδικός
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
κομπογιαννίτης