κοντάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοντάρι κοντάρια
γενική κονταριού κονταριών
αιτιατική κοντάρι κοντάρια
κλητική κοντάρι κοντάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντάρι < μεσαιωνική ελληνική κοντάριν < ελληνιστική κοινή κοντάριον < αρχαία ελληνική κοντός + κατάληξη υποκοριστικού -άριον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοντάρι ουδέτερο

  1. μικρής διατομής και μεγάλου σχετικά μήκους κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού με διάφορες χρήσεις, π.χ.
    1. ως λαβή σε εργαλεία (στειλιάρι), πχ σε σκούπες, σφουγγαρίστρες κλπ
    2. για στήριξη σημαίας, ως ιστός
    3. στο αγώνισμα άλμα επί κοντώ
    4. ως όπλο (δόρυ), π.χ. των έφιππων πολεμιστών κατά το μεσαίωνα στις κονταρομαχίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]