κοράκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοράκι κοράκια
γενική κορακιού κορακιών
αιτιατική κοράκι κοράκια
κλητική κοράκι κοράκια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κοράκι < κοράκιον(υποκοριστικό) < αρχαία ελληνική κόραξ

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /kɔ.ˈɾa.ci/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κοράκι ουδέτερο

  1. (ορνιθολογία) μαύρο σαρκοφάγο πουλί, κόρακας
  2. ιδιοκτήτης ή υπάλληλος γραφείου κηδειών

[] Εκφράσεις

  • πέσανε σαν τα κοράκια: προσπαθούν να επωφεληθούν από τη δυστυχία κάποιου

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες