κοράκι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κοράκι | κοράκια |
| γενική | κορακιού | κορακιών |
| αιτιατική | κοράκι | κοράκια |
| κλητική | κοράκι | κοράκια |
[
]
Ετυμολογία
- κοράκι < κοράκιον(υποκοριστικό) < αρχαία ελληνική κόραξ
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κοράκι ουδέτερο
- (ορνιθολογία) μαύρο σαρκοφάγο πουλί, κόρακας
- ιδιοκτήτης ή υπάλληλος γραφείου κηδειών
[
] Εκφράσεις
- πέσανε σαν τα κοράκια: προσπαθούν να επωφεληθούν από τη δυστυχία κάποιου