κοριός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κοριός < αρχαία ελληνική κόρις
Ουσιαστικό
κοριός αρσενικό
- ενοχλητικό παρασιτικό ζωύφιο (αλλιώς: κορέος)
- ηλεκτρονική συσκευή παρακολούθησης συνομιλιών.
- (κατ' επέκταση) ο άνθρωπος που παρακολουθεί (τηλεφωνικές κυρίως) συνομιλίες.