κορμί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κορμί | κορμιά |
| γενική | κορμιού | κορμιών |
| αιτιατική | κορμί | κορμιά |
| κλητική | κορμί | κορμιά |
[
]
Ετυμολογία
- κορμί < μεσαιωνική ελληνική κορμί < αρχαία ελληνική κορμός (υποκοριστικό κορμίον)
[
]
Ουσιαστικό
κορμί ουδέτερο
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
] Εκφράσεις
- θα σου λιώσω το κορμί (ιδιωματική έκφραση φαντάρων)
- χαμένο κορμί