κορμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κορμός | κορμοί |
| γενική | κορμού | κορμών |
| αιτιατική | κορμό | κορμούς |
| κλητική | κορμέ | κορμοί |
Ετυμολογία [
]
κορμός < αρχαία ελληνική κορμός
Ουσιαστικό [
]
κορμός αρσενικό
- (φυτά) το τμήμα του φυτού πάνω από τις ρίζες και μέχρι τα κλαριά του
- (ανατομία)το μεσαίο τμήμα του ανθρώπινου σώματος, πάνω από τα πόδια και μέχρι τον αυχένα, το ανθρώπινο σώμα μη περιλαμβανομένων των άκρων και της κεφαλής
- το βασικό τμήμα ενός σχεδίου, μίας λειτουργίας, μίας οντότητας, μιας εργασίας θεωρητικής
- ο κορμός της έκθεσης, του προγράμματος, της παρέλασης
- γλύκισμα που μοιάζει με κορμό δέντρου
- μαθήματα κορμού ονομάστηκαν τα βασικά μαθήματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία και ήταν κοινά σε όλες τις κατευθύνσεις ως εξίσου σημαντικά για όλες τις επιστήμες
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
κορμός < κείρω + παραγωγικό επίθημα -μός
Ουσιαστικό [
]
κορμός
- το μέρος ενός δέντρου από τις ρίζες μέχρι την κορυφή ή μέχρι εκεί που αρχίζει να διακλαδώνεται
- (συνεκδοχικά) το κομμένο τμήμα κορμού (1) δέντρου