κορμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κορμός | κορμοί |
| Γενική | κορμού | κορμών |
| Αιτιατική | κορμό | κορμούς |
| Κλητική | κορμέ | κορμοί |
Ετυμολογία
- κορμός < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
κορμός αρσενικό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)