κορφή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κορφή | κορφές |
| γενική | κορφής | κορφών |
| αιτιατική | κορφή | κορφές |
| κλητική | κορφή | κορφές |
[
]
Ετυμολογία
- κορφή < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κορφή θηλυκό
- η κορυφή
[
] Εκφράσεις
- από την κορφή μέχρι τα νύχια: ολοκληρωτικά
[
]
[
]
Μεταφράσεις
κορφή
|
→ δείτε τη λέξη: κορφή |