κορωνίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κορωνίδα | κορωνίδες |
| γενική | κορωνίδας | κορωνίδων |
| αιτιατική | κορωνίδα | κορωνίδες |
| κλητική | κορωνίδα | κορωνίδες |
[
]
Ετυμολογία
- κορωνίδα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κορωνίδα θηλυκό
- → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
- (αρχιτεκτονική) το ανώτερο τμήμα του θριγκού