κοτόσουπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοτόσουπα κοτόσουπες
γενική κοτόσουπας
αιτιατική κοτόσουπα κοτόσουπες
κλητική κοτόσουπα κοτόσουπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοτόσουπα < κότα + σούπα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κοτόσουπα θηλυκό

  1. (γαστρονομία): σούπα που παρασκευάζεται από κότα ή ζωμό κότας, ή κοτόπουλο

32πχ Μεταφράσεις[]