κουβάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουβάς κουβάδες
γενική κουβά κουβάδων
αιτιατική κουβά κουβάδες
κλητική κουβά κουβάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουβάς < τουρκική kova

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ku.ˈvas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ένας πλαστικός κουβάς

κουβάς αρσενικό

  1. κάδος για μεταφορά υγρών, συνήθως από πλαστικό ή μέταλλο
  2. πρόχειρη μονάδα μέτρησης όγκου
    χρειαζόμαστε τρεις κουβάδες νερό
  3. (μειωτικά) το μικρό αυτοκίνητο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]