κουβέρτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουβέρτα | κουβέρτες |
| Γενική | κουβέρτας | κουβερτών |
| Αιτιατική | κουβέρτα | κουβέρτες |
| Κλητική | κουβέρτα | κουβέρτες |
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /ku.ˈvɛɾ.ta/
Ουσιαστικό
κουβέρτα θηλυκό
- ύφασμα, μάλλινο ή βαμβακερό, που χρησιμοποιείται πάνω από τα σεντόνια του κρεβατιού για να προστατεύει από το κρύο
- (ναυτικός όρος) κατάστρωμα ενός πλοίου
- πρόσχημα
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Συνώνυμα
ύφασμα
Μεταφράσεις
ύφασμα
κατάστρωμα