κουζίνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κουζίνα | κουζίνες |
| γενική | κουζίνας | κουζινών |
| αιτιατική | κουζίνα | κουζίνες |
| κλητική | κουζίνα | κουζίνες |
Ετυμολογία [
]
- κουζίνα < Από το βενετικό cusina < Από το ιταλικό cucina.
Ουσιαστικό [
]
κουζίνα θηλυκό
- Ο χώρος ενός σπιτιού όπου ετοιμάζονται και μαγειρεύονται οι τροφές.
- Μια φωτισμένη κουζίνα.
- Η τέχνη της ετοιμασίας και μαγειρικής των τροφών.
- Η γαλλική κουζίνα.
- Η κινεζική κουζίνα.
- Η συσκευή πάνω στην οποία ψήνονται οι τροφές.
- Ηλεκτρική κουζίνα.
- Το μάτι της κουζίνας.
[
]
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
κουζίνα
|
|