κουζίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουζίνα κουζίνες
γενική κουζίνας κουζινών
αιτιατική κουζίνα κουζίνες
κλητική κουζίνα κουζίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουζίνα < Από το βενετικό cusina < Από το ιταλικό cucina.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κουζίνα θηλυκό

  1. Ο χώρος ενός σπιτιού όπου ετοιμάζονται και μαγειρεύονται οι τροφές.
    Μια φωτισμένη κουζίνα.
  2. Η τέχνη της ετοιμασίας και μαγειρικής των τροφών.
    Η γαλλική κουζίνα.
    Η κινεζική κουζίνα.
  3. Η συσκευή πάνω στην οποία ψήνονται οι τροφές.
    Ηλεκτρική κουζίνα.
    Το μάτι της κουζίνας.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]