κουκουβάγια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουκουβάγια κουκουβάγιες
γενική κουκουβάγιας
αιτιατική κουκουβάγια κουκουβάγιες
κλητική κουκουβάγια κουκουβάγιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουκουβάγια < ηχομιμητική λέξη από το κουκουβάου, τη φωνή του πουλιού

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ku.ku.ˈva.ʝia/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μια κουκουβάγια

κουκουβάγια θηλυκό

Παροιμίες[]

  • άλλα είναι τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας : η διαφορά ανάμεσα σε δύο πρόσωπα / πράγματα / καταστάσεις είναι τόσο μεγάλη, που οποιαδήποτε σύγκριση είναι αδύνατη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]