κουκούτσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουκούτσι κουκούτσια
γενική κουκουτσιού κουκουτσιών
αιτιατική κουκούτσι κουκούτσια
κλητική κουκούτσι κουκούτσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουκούτσι < μεσαιωνική ελληνική κουκούτσιν < ιταλική cucuzza (κολοκύθι) (από τους σπόρους της κολοκυθιάς)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κουκούτσι ουδέτερο

  1. ονομασία του σπέρματος μαζί με το περίβλημά του, για σπόρους που βρίσκονται μέσα σε σαρκώδη καρπό φρούτου ή λαχανικού

Εκφράσεις[]

  • μυαλό κουκούτσι
  • (καΐσι βερίκοκο) και το κουκούτσι αμύγδαλο:
    για να δηλώσουμε πως όλα μπορούν να αξιοποιηθούν
    (ειδικότερα) όταν θέλουμε να δηλώσουμε για κάποιον ότι δεν πετάει τίποτε

32πχ Μεταφράσεις[]