κουλούρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουλούρι κουλούρια
γενική κουλουριού κουλουριών
αιτιατική κουλούρι κουλούρια
κλητική κουλούρι κουλούρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουλούρι < μεσαιωνική ελληνική κουλούριον (υποκοριστικό του κουλούρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κουλούρι ουδέτερο

  1. αρτοσκεύασμα συνήθως σε στρογγυλό σχήμα και πασπαλισμένο με σουσάμι
    γιατί ο κουλουράς φωνάζει κουλούρια Θεσσαλονίκης;
  2. ο βαθμός μηδέν στο σχολείο ή σε εξετάσεις
    τα γραπτά σας είναι όλο κουλούρια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Εκφράσεις[]

  1. ο κουλουράς φωνάζει φρέσκα κουλούρια: όταν κάποιος λέει παλαιότερα νέα ή όταν χρησιμοποιεί παλαιά γεγονότα για να υποστηρίξει τα λεγόμενά του
  2. θα σου φάω το κουλούρι: ήπια, κυρίως, έκφραση απειλής


32πχ Μεταφράσεις[]