κουμπί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κουμπί | κουμπιά |
| γενική | κουμπιού | κουμπιών |
| αιτιατική | κουμπί | κουμπιά |
| κλητική | κουμπί | κουμπιά |
[
]
Ετυμολογία
- κουμπί < μεσαιωνική ελληνική κομβίον < υποκοριστικό από το κόμβος
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κουμπί ουδέτερο
- μικρό εξάρτημα της ενδυμασίας που είναι ραμμένο μόνιμα στο ρούχο. Κατασκευάζεται από διάφορα υλικά, έχει ποικίλα σχήματα και χρησιμεύει είτε για να ανοίγει και να κλείνει ένα άνοιγμα του ρούχου εφαρμόζοντας στην κουμπότρυπα είτε απλά για διακοσμητικούς λόγους
- εξάρτημα ενός μηχανισμού που ξεκινά ή σταματά μια λειτουργία
- το ευαίσθητο σημείο του χαρακτήρα ή της προσωπικότητας κάποιου
[
] Εκφράσεις
- τα κουμπιά της Αλέξαινας : πολύ μπερδεμένη κατάσταση