κουπί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουπί κουπιά
γενική κουπιού κουπιών
αιτιατική κουπί κουπιά
κλητική κουπί κουπιά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κουπί < μεσαιωνική ελληνική κουπίν < αρχαία ελληνική κωπίον < κώπη

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ku.ˈpi/
ένας άνδρας που κάνει κουπί

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κουπί ουδέτερο

  1. μακρύ ξύλο, με πλατιά άκρη· ο χειριστής (κωπηλάτης) βυθίζει στο νερό την πλατιά άκρη του και το σπρώχνει προς τα πίσω για να προωθήσει ένα μικρό πλεούμενο

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες