κουράδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουράδι κουράδια
γενική κουραδιού κουραδιών
αιτιατική κουράδι κουράδια
κλητική κουράδι κουράδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. κουράδι < μεσαιωνική ελληνική κουράδιον < ελληνιστική κοινή *σκωράδιον, υποκοριστικό του αρχαία ελληνική σκῶρ
  2. κουράδι < μεσαιωνική ελληνική κουράδιν < κουρά + -άδινιταλικής αρχής)
  3. κουράδι < αρμενική քուրայ (kʿuray) (καμίνι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κουράδι ουδέτερο

  1. η κουράδα, το σκατό, το περίττωμα
  2. (κρητική διάλεκτος) το κοπάδι (αιγοπροβάτων)
  3. (καππαδοκική διάλεκτος) άλλη μορφή του κουρά (ορυχείο σιδήρου)

32πχ Μεταφράσεις[]