κουράζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κουράζω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
κουράζω
- με κούρασε το σκάψιμο όλη μέρα
- με κουράζει αυτός ο άνθρωπος
Εκφράσεις [
]
- (αργκό) Μην το κουράζεις άλλο: Μην ασχολείσαι άλλο με αυτό το ζήτημα.