κουρέλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κουρέλι | κουρέλια |
| γενική | κουρελιού | κουρελιών |
| αιτιατική | κουρέλι | κουρέλια |
| κλητική | κουρέλι | κουρέλια |
Ετυμολογία [
]
- κουρέλι < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
κουρέλι ουδέτερο
- κομμάτι ύφασμα που είναι πολύ παλιό και πολύ φθαρμένο
- (μεταφορικά-σκωπτικά) κακό ή παλιό ρούχο
- (κατ' επέκταση) αντικείμενο από χαρτί που είναι σκισμένο και λερωμένο
- (μεταφορικά) χαρακτηρισμός ανθρώπου που έχει υποστει ηθική ή σωματική ταλαιπωρία σε μεγάλο βαθμό