κουρεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κουρεύω < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής κουρεύομαι < κουρά

[] Open book 01.svg Ρήμα

κουρεύω, παρατ.: κούρευα, στιγμ. μέλλ.: θα κουρέψω, αόρ.: κούρεψα , παθ.φωνή: κουρεύομαι , μτχ.π.π.: κουρεμένος

  1. κόβω τα μαλλιά ή το τρίχωμα ανθρώπου ή ζώου
  2. (συνεκδοχικά) κόβω το γρασίδι

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες