κουρεύω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κουρεύω < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής κουρεύομαι < κουρά
[
]
Ρήμα
κουρεύω, παρατ.: κούρευα, στιγμ. μέλλ.: θα κουρέψω, αόρ.: κούρεψα , παθ.φωνή: κουρεύομαι , μτχ.π.π.: κουρεμένος