κουρκούτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουρκούτι κουρκούτια
γενική κουρκουτιού κουρκουτιών
αιτιατική κουρκούτι κουρκούτια
κλητική κουρκούτι κουρκούτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουρκούτι < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

κουρκούτι ουδέτερο

  1. αλεύρι βρασμένο σε νερό
  2. γενικός όρος για νερό ανακατεμένο με αλεύρι και άλλα υλικά για επάλειψη τροφών πριν το μαγείρεμα

Εκφράσεις []

32πχ Μεταφράσεις []