κουρκούτι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κουρκούτι | κουρκούτια |
| γενική | κουρκουτιού | κουρκουτιών |
| αιτιατική | κουρκούτι | κουρκούτια |
| κλητική | κουρκούτι | κουρκούτια |
Ετυμολογία [
]
- κουρκούτι < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
κουρκούτι ουδέτερο
- αλεύρι βρασμένο σε νερό
- γενικός όρος για νερό ανακατεμένο με αλεύρι και άλλα υλικά για επάλειψη τροφών πριν το μαγείρεμα
Εκφράσεις [
]
- γίνομαι κουρκούτι / το μυαλό μου έγινε κουρκούτι: ζαλίζομαι από την πολύωρη πνευματική εργασία
Μεταφράσεις [
]
κουρκούτι