κουρτίνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κουρτίνα | κουρτίνες |
| γενική | κουρτίνας | κουρτινών |
| αιτιατική | κουρτίνα | κουρτίνες |
| κλητική | κουρτίνα | κουρτίνες |
Ετυμολογία [
]
- κουρτίνα < μεσαιωνική ελληνική κουρτίνα < κορτίνα < ιταλική cortina
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /kuɾ.ˈti.na/
Ουσιαστικό [
]
κουρτίνα θηλυκό
- κομμάτι από ύφασμα, συνήθως κατάλληλα ραμμένο, που χρησιμοποιείται για να μειώσει το φως του ήλιου ή την ορατότητα ή να καλύψει ένα άνοιγμα