κουτάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουτάλα κουτάλες
γενική κουτάλας
αιτιατική κουτάλα κουτάλες
κλητική κουτάλα κουτάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κουτάλα < μεσαιωνική ελληνική κουτάλα < κουτάλι + μεγεθυντικό επίθημα
ξύλινη κουτάλα
κουτάλα για τη σούπα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κουτάλα θηλυκό

  1. οποιοδήποτε ξύλινο ή μεταλλικό σκεύος μοιάζει με μεγάλο κουτάλι
  2. η ωμοπλάτη

32πχ Μεταφράσεις[]