κοφτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική κοφτός κοφτή κοφτό
γενική κοφτού κοφτής κοφτού
αιτιατική κοφτό κοφτή κοφτό
κλητική κοφτέ κοφτή κοφτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοφτοί κοφτές κοφτά
γενική κοφτών κοφτών κοφτών
αιτιατική κοφτούς κοφτές κοφτά
κλητική κοφτοί κοφτές κοφτά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κοφτός < κόβω + -τος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /kɔf.ˈtɔs/αρσενικό
ΔΦΑ : /kɔf.ˈti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /kɔf.ˈtɔ/ ουδέτερο

[] Open book 01.svg Επίθετο

κοφτός

  1. που έχει φτιαχτεί με κόψιμο
    κοφτό μακαρονάκι
  2. που μοιάζει σαν του έχει αφαιρεθεί ένα κομμάτι
    κοφτή πλαγιά
  3. που να έχει τα κατάλληλα αποτελέσματα πρέπει να του αφαιρεθεί ένα κομμάτι ή να του γίνει τομή
    κοφτό εργόχειρο, κοφτή βεντούζα
  4. (μεταφορικά) που γίνεται απότομα και γρήγορα
    κοφτό χτύπημα, κοφτή πάσα
  5. σύντομος και απότομος, σχεδόν αγενής, που δεν αφήνει περιθώρια για αντιρρήσεις και παρερμηνείες
    τα λόγια του ήταν κοφτά, δε σήκωνε αντιρρήσεις

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη