κοχλίας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοχλίας < αρχαία ελληνική κοχλίας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κοχλίας αρσενικό

  1. σαλιγκάρι
  2. (μηχανολογία): μηχανικό εξάρτημα με ελικοειδές σπείρωμα που χρησιμοποιείται σε συνδέσεις μερών, κοινώς η βίδα
  3. (ανατομία) σωλήνας τυλιγμένος σε σχήμα σπείρας που βρίσκεται στο λαβύρινθο του αφτιού

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοχλίας < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κοχλίας αρσενικό

  1. μαλάκιο με ελικοειδές όστρακο
  2. (μεταφορικά) ελικοειδής μηχανή για ανύψωση νερού