κούκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κούκος κούκοι
γενική κούκου κούκων
αιτιατική κούκο κούκους
κλητική κούκε κούκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κούκος < ηχομιμητική λέξη από την λαλιά του πτηνού

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈku.kɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κούκος αρσενικό, αρχαία ελληνική κόκκυξ

  1. νυκτόβιο ωδικό πτηνό που γίνεται αντιληπτό από την επαναλαμβανόμενη λαλιά του: "κούκου - κούκου", στην αναζήτηση ερωτικού συντρόφου
  2. (μεταφορικά) μοναχικό άτομο, ο εργένης
  3. σκούφος
  4. ρολόι κούκου που σημαίνονται οι ώρες ομόηχα

Εκφράσεις[]

  • μου στοίχισε ο κούκος αηδόνι - που λέγεται σε υπερβολική δαπάνη, πολύ μεγαλύτερη της πραγματικής αξίας
  • τρεις κι ο κούκος - πολύ λίγοι

Παροιμίες[]

  • ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη

32πχ Μεταφράσεις[]