κούνια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κούνια | κούνιες |
| γενική | κούνιας | |
| αιτιατική | κούνια | κούνιες |
| κλητική | κούνια | κούνιες |
[
]
Ετυμολογία
- κούνια < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κούνια θηλυκό
- → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
- κάνω κούνια
- (πληθυντικός κούνιες: η παιδική χαρά
- πήγα το παιδί βόλτα στις κούνιες
- το κρεβατάκι ενός μωρού
[
] Εκφράσεις
- κούνια που σε κούναγε: το λέμε ειρωνικά όταν αμφισβητούμε τον συνομιλητή μας