κούπα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κούπα | κούπες |
| γενική | κούπας | |
| αιτιατική | κούπα | κούπες |
| κλητική | κούπα | κούπες |
Ετυμολογία [
]
- κούπα < μεσαιωνική ελληνική, λατινική cupa
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
κούπα θηλυκό
- αγγείο πόσεως με λαβή, μεγαλύτερο από το φλιτζάνι
- (συνεκδοχικά) η ποσότητα υγρού που χωράει σε μια κούπα
- χαρτί της τράπουλας που φέρει ως σήμα μια κόκκινη καρδιά
- (αργκό) το κύπελλο που κερδίζει μια ομάδα σε αθλητική διοργάνωση
- στην Κρήτη, το ποτήρι με κρασί που πίνεται μονορούφι
- κυπριακό έδεσμα
Εκφράσεις [
]
- γίναμε από κούπες: τσακωθήκαμε άσχημα
- τα κάναμε από κούπες: φερθήκαμε αδέξια και αποτύχαμε σε μια προσπάθεια