κούπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κούπα κούπες
γενική κούπας
αιτιατική κούπα κούπες
κλητική κούπα κούπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κούπα < ελληνιστική κοινή κοῦπα < λατινική cupa

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈku.pa/
μια κούπα με το σήμα της Βικιπαίδειας
ο άσος κούπα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κούπα θηλυκό

  1. αγγείο πόσεως με λαβή, μεγαλύτερο από το φλιτζάνι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κύπελλο
  2. (συνεκδοχικά) η ποσότητα υγρού που χωράει σε μια κούπα
  3. χαρτί της τράπουλας που φέρει ως σήμα μια κόκκινη καρδιά
  4. (αργκό) το κύπελλο που κερδίζει μια ομάδα σε αθλητική διοργάνωση
  5. στην Κρήτη, το ποτήρι με κρασί που πίνεται μονορούφι
  6. κυπριακό έδεσμα

Εκφράσεις[]

  • γίναμε από κούπες: τσακωθήκαμε άσχημα
  • τα κάναμε από κούπες: φερθήκαμε αδέξια και αποτύχαμε σε μια προσπάθεια

32πχ Μεταφράσεις[]