κούραση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική κούραση
γενική κούρασης
αιτιατική κούραση
κλητική κούραση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κούραση < κουράζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κούραση θηλυκό

  • η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος μετά από υπερβολική εργασία. Έχει ως συμπτώματα τη μείωση των δυνάμεων καθώς και της δραστηριότητας, και συνοδεύεται συνήθως από αίσθημα αδυναμίας.

Εκφράσεις[]

  • είμαι ψόφιος από την κούραση
και
  • είμαι πεθαμένος στην κούραση
και
  • πέφτω κάτω από την κούραση: έχω εξαντληθεί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]