κούτσουρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κούτσουρο | κούτσουρα |
| γενική | κούτσουρου | κούτσουρων |
| αιτιατική | κούτσουρο | κούτσουρα |
| κλητική | κούτσουρο | κούτσουρα |
Ετυμολογία [
]
- κούτσουρο < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
κούτσουρο ουδέτερο
- μεγάλο κομμάτι από τον κορμό ή από χοντρό κλαδί δέντρου
- (μεταφορικά) κάτι που φαίνεται ή είναι βαρύ και άκαμπτο
- (μεταφορικά) αυτός που δεν έχει μορφωθεί ή δεν μπορεί να μορφωθεί
- (μεταφορικά) ο άνθρωπος που έχει απομείνει χωρίς οικογένεια και φίλους
[
]
Μεταφράσεις [
]
κούτσουρο