κρέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρέας κρέατα
γενική κρέατος κρεάτων
αιτιατική κρέας κρέατα
κλητική κρέας κρέατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρέας < αρχαία ελληνική κρέας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κρέας ουδέτερο

Εκφράσεις[]

  • κάνω τα μούτρα κρέας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική κρέας κρέα κρέα
Γενική κρέως κρεοῖν κρεῶν
Δοτική κρέ κρεοῖν κρέασι(ν)
Αιτιατική κρέας κρέα κρέα
Κλητική κρέας κρέα κρέα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρέας < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kreuh-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κρέας ουδέτερο

  1. σάρκα, κομμάτι σάρκας
  2. κρέας
  3. μαγειρεμένο κρέας, φαγητό
  4. πτώμα
  5. σώμα
  6. (συνεκδοχικά) άνθρωπος