κρίση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κρίση | κρίσεις |
| γενική | κρίσης | κρίσεων |
| κρίσεως | ||
| αιτιατική | κρίση | κρίσεις |
| κλητική | κρίση | κρίσεις |
[
]
Ετυμολογία
- κρίση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κρίση
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κρίνω, η νοητική ενέργεια που οδηγεί σε μια απόφαση ή επιλογή
- το αφήνω στην κρίση σας
- η απότομη όξυνση ενός προβλήματος
- οικονομική κρίση