κρίση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρίση κρίσεις
γενική κρίσης
& κρίσεως
κρίσεων
αιτιατική κρίση κρίσεις
κλητική κρίση κρίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρίση < αρχαία ελληνική κρίσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κρίση

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κρίνω, η νοητική ενέργεια που οδηγεί σε μια απόφαση ή επιλογή
    το αφήνω στην κρίση σας
  2. η απότομη όξυνση ενός προβλήματος
    οικονομική κρίση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]