κρασοπατέρας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κρασοπατέρας < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
κρασοπατέρας αρσενικό
- (οικείο) ο μέθυσος
Συνώνυμα
- → βλέπε λέξη: μέθυσος
Μεταφράσεις
- → βλέπε λέξη: μέθυσος