κρατήρας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κρατήρας | κρατήρες |
| γενική | κρατήρα | κρατήρων |
| αιτιατική | κρατήρα | κρατήρες |
| κλητική | κρατήρα | κρατήρες |
[
]
Ετυμολογία
- κρατήρας < αρχαία ελληνική κρατήρ
ελικωτός κρατήρας (1) με παράσταση Αμαζονομαχίας (450 π.Χ.)
[
]
Ουσιαστικό
κρατήρας αρσενικό
- αρχαίο αγγείο μεγάλου μεγέθους, με δύο χερούλια, μέσα στο οποίο αναμείγνυαν το κρασί και το νερό
- (γεωλογία) στόμιο ενός ηφαιστείου, συνήθως στο πάνω μέρος του, από το οποίο βγαίνουν καπνοί, λάβα, στάχτες, κ.α.
- (κατ' επέκταση) μεγάλη φυσική οπή στο έδαφος
- ο μετεωρίτης άνοιξε μεγάλο κρατήρα
- το έδαφος της Σελήνης είναι γεμάτο κρατήρες