κρατήρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρατήρας κρατήρες
γενική κρατήρα κρατήρων
αιτιατική κρατήρα κρατήρες
κλητική κρατήρα κρατήρες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κρατήρας < αρχαία ελληνική κρατήρ
ελικωτός κρατήρας (1) με παράσταση Αμαζονομαχίας (450 π.Χ.)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κρατήρας αρσενικό

  1. αρχαίο αγγείο μεγάλου μεγέθους, με δύο χερούλια, μέσα στο οποίο αναμείγνυαν το κρασί και το νερό
  2. (γεωλογία) στόμιο ενός ηφαιστείου, συνήθως στο πάνω μέρος του, από το οποίο βγαίνουν καπνοί, λάβα, στάχτες, κ.α.
  3. (κατ' επέκταση) μεγάλη φυσική οπή στο έδαφος
    ο μετεωρίτης άνοιξε μεγάλο κρατήρα
    το έδαφος της Σελήνης είναι γεμάτο κρατήρες

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες