κραυγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κραυγή κραυγές
γενική κραυγής κραυγών
αιτιατική κραυγή κραυγές
κλητική κραυγή κραυγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κραυγή < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kɾav.ˈʝi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κραυγή θηλυκό

    • Από τ’ ανοιχτό παράθυρο ακούγονταν οι κραυγές των παιδιών που έπαιζαν στην αυλή.

32πχ Μεταφράσεις[]