κραυγή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κραυγή | κραυγές |
| γενική | κραυγής | κραυγών |
| αιτιατική | κραυγή | κραυγές |
| κλητική | κραυγή | κραυγές |
Ετυμολογία [
]
- κραυγή < αρχαία ελληνική
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
κραυγή θηλυκό
-
- Από τ’ ανοιχτό παράθυρο ακούγονταν οι κραυγές των παιδιών που έπαιζαν στην αυλή.