κρεβάτι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κρεβάτι | κρεβάτια |
| γενική | κρεβατιού | κρεβατιών |
| αιτιατική | κρεβάτι | κρεβάτια |
| κλητική | κρεβάτι | κρεβάτια |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /kɾɛ.ˈva.ti/
[
]
Ουσιαστικό
κρεβάτι ουδέτερο
- επίπεδο έπιπλο πάνω στο οποίο κοιμόμαστε
- αυτό το κρεβάτι είναι πολύ αναπαυτικό
- κλίνη ξενοδοχείου ή νοσοκομείου αλλά και οι υπηρεσίες που παρέχονται
- έθιμο του γάμου, κατά το οποίο συγγενείς και φίλοι αφήνουν χρήματα πάνω στο κρεβάτι των μελλόνυμφων
- η ερωτική πράξη // οι επιδόσεις των εραστών κατά τη συνουσία
[
] Εκφράσεις
- είναι στο κρεβάτι, είναι κρεβατωμένος : είναι άρρωστος, είναι κλινήρης
- το κρεβάτι του πόνου : το κρεβάτι στο οποίο ο ασθενής υπομένει τους πόνους
- πέφτω στο κρεβάτι : πέφτω για ύπνο
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
έπιπλο