κρεμάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρεμάλα κρεμάλες
γενική κρεμάλας
αιτιατική κρεμάλα κρεμάλες
κλητική κρεμάλα κρεμάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρεμάλα < κρεμώ + -άλα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kɾɛ.ˈma.la/
μια κρεμάλα
το σκίτσο της κρεμάλας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κρεμάλα θηλυκό

  1. ξύλινη, συνήθως, κατασκευή από όπου κρεμόταν σκοινί με θηλειά και που χρησιμοποιούνταν για τις εκτελέσεις θανατικής καταδίκης με απαγχονισμό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγχόνη
  2. (μεταφορικά) αστείος-σκωπτικός χαρακτηρισμός του γάμου
  3. παιχνίδι με λέξεις, κατά το οποίο ένας παίκτης γράφει το αρχικό και το τελευταίο γράμμα μιας λέξης, αφήνοντας ανάμεσά τους παύλες για τα υπόλοιπα· ένας άλλος παίκτης καλείται να μαντέψει σωστά τα ενδιάμεσα γράμματα, πριν σχεδιαστεί, με κάθε λάθος του, ολόκληρο ένα ανθρωπάκι που κρέμεται σε κρεμάλα

32πχ Μεταφράσεις[]