κρεμάλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κρεμάλα | κρεμάλες |
| γενική | κρεμάλας | |
| αιτιατική | κρεμάλα | κρεμάλες |
| κλητική | κρεμάλα | κρεμάλες |
Ετυμολογία [
]
- κρεμάλα < κρεμώ + -άλα
Προφορά[
]
- ΔΦΑ : /kɾɛ.ˈma.la/
|
το σκίτσο της κρεμάλας
|
Ουσιαστικό [
]
κρεμάλα θηλυκό
- ξύλινη, συνήθως, κατασκευή από όπου κρεμόταν σκοινί με θηλειά και που χρησιμοποιούνταν για τις εκτελέσεις θανατικής καταδίκης με απαγχονισμό
- (μεταφορικά) αστείος-σκωπτικός χαρακτηρισμός του γάμου
- παιχνίδι με λέξεις, κατά το οποίο ένας παίκτης γράφει το αρχικό και το τελευταίο γράμμα μιας λέξης, αφήνοντας ανάμεσά τους παύλες για τα υπόλοιπα· ένας άλλος παίκτης καλείται να μαντέψει σωστά τα ενδιάμεσα γράμματα, πριν σχεδιαστεί, με κάθε λάθος του, ολόκληρο ένα ανθρωπάκι που κρέμεται σε κρεμάλα