κρετινισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κρετινισμός | κρετινισμοί |
| γενική | κρετινισμού | κρετινισμών |
| αιτιατική | κρετινισμό | κρετινισμούς |
| κλητική | κρετινισμέ | κρετινισμοί |
[
]
Ετυμολογία
- κρετινισμός < γαλλική crétinisme
[
]
Ουσιαστικό
κρετινισμός αρσενικό
- (ιατρική) παθολογική διανοητική καθυστέρηση και φυσιολογικός εκφυλισμός λόγω θυρεοειδούς ανεπάρκειας, που συνοδεύεται συχνά από βρογχοκήλη
- (μεταφορικά) ηλιθιότητα, βλακεία
[
]
[
]
Μεταφράσεις
κρετινισμός