κριτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κριτής κριτές
γενική κριτή κριτών
αιτιατική κριτή κριτές
κλητική κριτή κριτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κριτής < αρχαία ελληνική κριτής < κρίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κριτής αρσενικό ή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική {{{1}}}ής τώ {{{1}}}ά οἱ {{{1}}}αί
Γενική τοῦ {{{1}}}οῦ τοῖν {{{1}}}αῖν τῶν {{{1}}}ῶν
Δοτική τῷ {{{1}}} τοῖν {{{1}}}αῖν τοῖς {{{1}}}αῖς
Αιτιατική τόν {{{1}}}ήν τώ {{{1}}}ά τούς {{{1}}}άς
Κλητική (ὦ) {{{1}}}ά (ὦ) {{{1}}}ά (ὦ) {{{1}}}αί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κριτής < κρίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κριτής αρσενικό

  1. άτομο που κρίνει, αξιολογεί και αποφασίζε για κάτι
    1. κριτής
    2. δικαστής
    3. διαιτητής
    4. (ελληνιστική κοινή ) Ιουδαίος κυβερνήτης
  2. δόντι
    κριτάς: ὀδόντας (Ησύχιος, Γλώσσαι/Κ)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]