κρουασάν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κρουασάν < γαλλική croissant
Ουσιαστικό [
]
κρουασάν ουδέτερο
- γεμιστό αρτοσκεύασμα σε σχήμα μισοφέγγαρου