κρούσμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κρούσμα | κρούσματα |
| γενική | κρούσματος | κρουσμάτων |
| αιτιατική | κρούσμα | κρούσματα |
| κλητική | κρούσμα | κρούσματα |
Ετυμολογία [
]
- κρούσμα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
κρούσμα ουδέτερο
- Κάθε περίπτωση προσβολής ατόμου από μολυσματική αρρώστια.
- Κάθε παράβαση ποινικού ή ηθικού νόμου.
Μεταφράσεις [
]
κρούσμα