κρυώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρυώνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

κρυώνω, παρατ.: κρύωνα, στιγμ. μέλλ.: θα κρυώσω, αόρ.: κρύωσα , μτχ.π.π.: κρυωμένος

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι πιο κρύο, του χαμηλώνω τη θερμοκρασία
  2. (αμετάβατο) πέφτει η θερμοκρασία μου
    το φαγητό κρύωσε πια, δεν τρώγεται έτσι
  3. (αμετάβατο) αισθάνομαι το εξωτερικό ψύχος
    Κρυώνω πολύ! Θα ανάψω το τζάκι να ζεσταθώ.
  4. (αμετάβατο) (στους συνοπτικούς χρόνους) αδιαθετώ, αρπάζω κρύωμα και δεν αισθάνομαι καλά
    δεν πήγα σήμερα στη δουλειά επειδή κρύωσα/είμαι κρυωμένος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κρυολογώ

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]