κτήμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κτῆμα

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κτήμα τα κτήματα
      γενική του κτήματος των κτημάτων
    αιτιατική το κτήμα τα κτήματα
     κλητική κτήμα κτήματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κτήμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κτῆμα. Συγκρίνετε με το κληρονομημένο χτήμα.[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkti.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κτή‐μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κτήμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε ανήκει σε κάποιον, η ιδιοκτησία
  2. κάτι που το έχω μελετήσει και το γνωρίζω (κατέχω) καλά
  3. το ιδιόκτητο κομμάτι γης, συνήθως καλλιεργήσιμο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικά[επεξεργασία]

θέμα κτηματ-

→ και δείτε τη λέξη χτήμα για το θέμα χτη-

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]