κτήμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κτήμα | κτήματα |
| γενική | κτήματος | κτημάτων |
| αιτιατική | κτήμα | κτήματα |
| κλητική | κτήμα | κτήματα |
Ετυμολογία [
]
- κτήμα < αρχαία ελληνική κτῆμα
Ουσιαστικό [
]
κτήμα ουδέτερο
- οτιδήποτε ανήκει σε κάποιον
- κάτι που το έχω μελετήσει και το γνωρίζω (κατέχω) καλά
- ιδιόκτητο κομμάτι γης, συνήθως καλλιεργήσιμο